Antanas Sutkus

“One has to love people in order to take pictures of them.”

Antanas Sutkus

Antanas Sutkus (b. 1939 Kluoniškia, Lithuania) is widely recognized as the forefather and inspirer of Lithuanian school of photography, which flourished on the western outskirts of the Soviet Union during the 1950s–1970s. He bought his first camera as a child, having not earned enough to buy a bicycle when digging peat with his mother.
From 1958 to 1964, he studied at Vilnius University, where he became disillusioned with Soviet journalism and began to devote himself to photography as photojournalist and, since 1968, has worked as an independent photographer.  In the 1950s, when Sutkus just started taking photographs, photographic tradition was yet to be developed in Lithuania. Since then he has helped Lithuanian photographers gain international recognition as co-founder and President of the Photography Art Society of Lithuania, which championed photography as an art form. He worked with no reference to any style or aesthetics. However, it is evident that Sutkus was inspired by cinema and literature. He drew on works by Franz Kafka, Jean-Paul Sartre, William Faulkner, Ernest Hemingway, Ivan Bunin, Vladimir Nabokov, and Gabriel Garcia Marques. His humanistic approach, heavily influenced by French photographer Henri Cartier-Bresson, comes to the fore in his images of people, young and old. Filled with romance, beauty and sadness, they move beyond photographic realism to resemble stills from an unmade film. His stated aim is “to make an attempt at drawing a psychological portrait of contemporary man”.

Antanas Sutkus: People of Lithuania (1960s and 1970s) – Book Cover

Sutkus’ series People of Lithuania is considered one of his most important works. It is a continuing project to document the changing life and people of Lithuania. His black and white portraits manage to avoid sentimentality but have great pathos. Working at the time when Lithuania (as the Lithuanian SSR) was part of the Soviet Union, Sutkus focused on black and white portraits of ordinary Lithuanian people in their everyday and quotidian life rather than the model citizens and workers promoted by Soviet propaganda. Beyond recording events, Sutkus’ keen eye finds history within human faces. Sutkus captures everyday life in his beloved Lithuania with clarity of vision and profound empathy.
His series taken in an orphanage for blind children produced the profoundly affecting Blind Pioneer (1962).
Sutkus is also famous for his portraits of Jean-Paul Sartre, taken when he and Simone de Beauvoir visited Lithuania in 1965. These two famous French intellectuals were accompanied on a trip to the dunes of the Curonian Spit by a group of Lithuanian writers and artists, including the still unknown 26-year-old photographer Antanas Sutkus, who managed to capture his iconic portrait of the great existentialist.

Jean-Paul Sartre, Nida 1965, © Antanas Sutkus

Sutkus is interested almost exclusively in people. He remains initially a reserved chronicler who takes time and waits, or is patient enough to wait until his opposite gazes into the camera freely and openly. Every photograph seems like a part of a long story, the frozen moment or a stop-frame in a film that has been running for a while already. A man stands in a building entrance, drawing on a cigarette and looking into the camera. He is about to leave, and it seem as if we could see the dark plan in his head. The lonely girl looks at us, smiling enigmatically, who knows what she is planning. The old man sits by the street on a rock, looking into the distance, still full of energy, but without any illusions. The strength in Sutkus’ works comes from intuition, spontaneity and acute observation. He shows a persistent interest in the here-and-now of his subjects in whatever context he catches them. The continuous oeuvre of his whole life is an epic poem, assembled from fragments of everyday life, underpinned by ideas of psychologism and humanism. Sutkus frequently photographs young women and children, he is enchanted by them, and his photographs capture this enchantment. With immense respect for people and a penetrating gaze, Sutkus presents his subjects as a tribute to Man. May be that’s the reason Sutkus’ heroes look into his camera without any confusion or fear. But,  in Soviet times, pictures of poor, sick, lonely people were not allowed in public, so many of his photographs remained unpublished. Sutkus was forced to limit himself to people in his vicinity. It was only during the 1970’s that he was able to travel abroad, to Hungary, Yugoslavia, Italy, and Finland.

The Lithuanian curator and art critic Raminta Juraneite writes about these photographs: “They seem to be full of sounds and smells. These are not staged photographs, but neither are they photo journalism or documentary photography.”

Sutkus himself, during an interview, said that “for me, documentary photography was a means of spreading the national identity. I never thought of becoming a documentary photographer or an artist, nor did I ever separate my activities in any field.”

In 2001-02, Sutkus won the Erna & Victor Hasselblad Foundation Grant. In 2011 he was nominated for the Deutsche Borse Photography Prize. In 2015 he has been granted the Honourable State Award of France.

Antanas Sutkus has stopped photographing in recent years. As he states, this happened because the characters he loved so much have “gone”, and he does not feel fond of “wild capitalism” society.

“Perhaps the limit of my love has been exceeded. I think, for an artist to find his place in today’s society is extremely complex.”

ANTANAS SUTKUS | Άνθρωποι της Λιθουανίας

“Πρέπει να αγαπά κανείς τους ανθρώπους, για να τους τραβήξει φωτογραφίες” – Antanas Sutkus

Ο Antanas Sutkus (γ. 1939, Kluoniškia, Λιθουανία) είναι ευρέως γνωστός ως ο πατέρας και εμπνευστής της Λιθουανικής σχολής φωτογραφίας, η οποία άκμασε στη δυτική Σοβιετική Ένωση τις δεκαετίες 1950 με 1970. Αγόρασε την πρώτη του φωτογραφική μηχανή παιδί ακόμα, όταν δεν είχε κερδίσει αρκετά χρήματα για να αγοράσει ένα ποδήλατο, σκάβοντας για τύρφη με τη μητέρα του.

Από το 1958 έως το 1964, σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Βίλνιους, όπου απογοητευμένος από τη σοβιετική δημοσιογραφία, αρχίζει να αφιερώνεται στη φωτογραφία, αρχικά ως φωτορεπόρτερ και από το 1968 ως ανεξάρτητος φωτογράφος. Τη δεκαετία του ’50, όταν ο Sutkus είχε μόλις αρχίσει να φωτογραφίζει, η φωτογραφική παράδοση στη Λιθουανία δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί. Από τότε έχει βοηθήσει πολλούς Λιθουανούς φωτογράφους, ως συνιδρυτής και Πρόεδρος της Εταιρείας Καλλιτεχνικής  Φωτογραφίας της Λιθουανίας, η οποία προώθησε τη φωτογραφία ως μορφή τέχνης. Ο Sutkus δούλεψε χωρίς καμμία αναφορά σε κάποιο συγκεκριμένο στυλ, ρεύμα ή αισθητική. Ωστόσο, είναι προφανές ότι εμπνεύστηκε από τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, αντλώντας από τα έργα των Franz Kafka, Jean-Paul Sartre, William Faulkner, Ernest Hemingway, Ivan Bunin, Vladimir Nabokov και Gabriel Garcia Marques. Η ανθρωπιστική του προσέγγιση, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από τον Henri Cartier-Bresson, αναδύεται στις εικόνες του με ανθρώπους, νέους και ηλικιωμένους. Εικόνες γεμάτες ρομαντισμό, ομορφιά και θλίψη, που κινούνται πέρα ​​από τον φωτογραφικό ρεαλισμό για να μοιάσουν με καρέ μιας κινηματογραφικής ταινίας, που δεν έχει ακόμη φτιαχτεί. Ο στόχος του, όπως δηλώνει ο ίδιος, είναι “να κάνει μια προσπάθεια να σχεδιάσει ένα ψυχολογικό πορτρέτο του σύγχρονου ανθρώπου”.

Η σειρά του Sutkus “Άνθρωποι της Λιθουανίας” θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του.  Πρόκειται για ένα έργο εν εξελίξει, για την τεκμηρίωση της μεταβαλλόμενης ζωής των ανθρώπων και της ίδιας της χώρας. Τα ασπρόμαυρα πορτραίτα του αποφεύγουν τον συναισθηματισμό, εκπέμποντας ταυτόχρονα ένα μεγάλο πάθος. Εργαζόμενος την εποχή που η Λιθουανία ήταν ακόμα μέρος της Σοβιετικής Ένωσης (ως Λιθουανική SSR), ο Sutkus επικεντρώθηκε περισσότερο σε ασπρόμαυρα πορτρέτα απλών, καθημερινών Λιθουανών στην απλή και καθημερινή τους ζωή, παρά στο υποδειγματικό πρότυπο πολίτη και εργάτη, που προωθούνταν από τη σοβιετική προπαγάνδα. Πέρα από την απλή καταγραφή γεγονότων, το κοφτερό μάτι του Sutkus ανακαλύπτει την ιστορία μέσα από τα ανθρώπινα πρόσωπα. Καταγράφει την καθημερινή ζωή στην αγαπημένη του Λιθουανία με οπτική σαφήνεια και βαθιά ενσυναίσθηση. Η σειρά φωτογραφιών του από ένα ορφανοτροφείο για τυφλά παιδιά αποτέλεσε το πρωτοπόρο και βαθιάς επιρροής βιβλίο του, “Blind Pioneer” (1962).

Ο Sutkus είναι επίσης γνωστός για τα πορτραίτα του Jean-Paul Sartre, όταν αυτός και η Simone de Beauvoir επισκέφθηκαν τη Λιθουανία, το 1965. Οι διάσημοι Γάλλοι διανοούμενοι βρέθηκαν τους αμμόλοφους του Curonian Spit στη Nida, συνοδευόμενοι από μια ομάδα Λιθουανών συγγραφέων και καλλιτεχνών, συμπεριλαμβανομένου και του άγνωστου τότε, 26χρονου φωτογράφου Antanas Sutkus, ο οποίος κατάφερε να συλλάβει το χαρακτηριστικό πορτρέτο του σπουδαίου υπαρξιστή.

Ο Sutkus ενδιαφέρεται σχεδόν αποκλειστικά για ανθρώπους. Παραμένει αρχικά, ένας συγκρατημένος χρονικογράφος, που παίρνει τον χρόνο του και περιμένει – ή είναι αρκετά υπομονετικός ώστε να περιμένει – το βλέμμα του απέναντι να στραφεί στο φακό ελεύθερα και ανοιχτά. Κάθε φωτογραφία του φαίνεται να είναι μέρος μιας μεγαλύτερης ιστορίας, μια παγωμένη σκηνή, ένα στοπ-καρέ από μια ταινία που έχει ήδη παίξει για λίγο. Ένας άνδρας στέκεται σε μια είσοδο κτιρίου, καπνίζοντας και κοιτάζοντας την κάμερα. Είναι έτοιμος να φύγει και μοιάζει σαν να μπορούμε να δούμε το σκοτεινό σχέδιο που έχει κατά νου. Ένα μοναχικό κορίτσι μας κοιτάζει κατάματα, χαμογελώντας αινιγματικά. Ένας ηλικιωμένος κάθεται σ’ ένα βράχο στην άκρη του δρόμου, κοιτάζοντας το πέραν, γεμάτος ενέργεια ακόμα, αλλά χωρίς ψευδαισθήσεις. Η δύναμη στο έργο του Sutkus προέρχεται από τη διαίσθηση, τον αυθορμητισμό και την οξεία παρατήρηση. Δείχνει ένα επίμονο ενδιαφέρον για το εδώ-και-τώρα των υποκειμένων του, σε όποιο πλαίσιο κι αν τα βρίσκει. Το συνεχές έργο ολόκληρης της ζωής του είναι ένα επικό ποίημα, αποτελούμενο από θραύσματα της καθημερινής ζωής και θεμελιωμένο στις ιδέες του ψυχολογισμού και του ανθρωπισμού. Ο Sutkus γοητεύεται συχνά φωτογραφίζοντας νεαρές γυναίκες και παιδιά, και οι φωτογραφίες του καταγράφουν αυτή τη γοητεία του. Με τεράστιο σεβασμό προς τους ανθρώπους και διεισδυτικό βλέμμα, ο Sutkus παρουσιάζει τα πορτραίτα του ως φόρο τιμής στον Άνθρωπο. Μπορεί να είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο οι ήρωες του Sutkus κοιτούν την φωτογραφική του μηχανή χωρίς καμία σύγχυση ή φόβο. Όμως, κατά τη σοβιετική περίοδο, οι εικόνες φτωχών, άρρωστων και μοναχικών ανθρώπων δεν επιτρέπονταν δημόσια, έτσι πολλές από τις φωτογραφίες του παρέμειναν αδημοσίευτες. Ο Sutkus αναγκάστηκε να περιοριστεί στους ανθρώπους της περιοχής του, και μόνο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 μπόρεσε να ταξιδέψει στο εξωτερικό, στην Ουγγαρία, τη Γιουγκοσλαβία, την Ιταλία και τη Φινλανδία.

H Λιθουανός επιμελήτρια και κριτικός τέχνης Raminta Juraneite, γράφει για τις φωτογραφίες του Sutkus : “Φαίνονται  να είναι πλήρεις ήχων και μυρωδιών. Δεν πρόκειται για σκηνοθετημένες φωτογραφίες, αλλά ούτε για δημοσιογραφική φωτογραφία και, βεβαίως, ούτε για φωτογραφίες ντοκουμέντου”.

Ο ίδιος ο Sutkus, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του,  αναφέρει πως “η φωτογραφία ντοκουμέντου ήταν ένα μέσο για να διαδώσω την εθνική ταυτότητα. Δε σκέφτηκα ποτέ να γίνω φωτογράφος ντοκουμέντου ή καλλιτέχνης φωτογράφος, ούτε διαχώρισα ποτέ τις δραστηριότητές μου σε οποιουσδήποτε τομείς.”

Το 2001-02, ο Sutkus κέρδισε το βραβείο Erna & Victor Hasselblad Grant Foundation. Το 2011 ήταν υποψήφιος για το βραβείο φωτογραφίας Deutsche Borse. Το 2015 του χορηγήθηκε το Honourable State Award of France.

Ο Antanas Sutkus έχει σταματήσει να φωτογραφίζει τα τελευταία χρόνια. Όπως δηλώνει, αυτό συνέβη γιατί οι χαρακτήρες που αγαπούσε τόσο πολύ έχουν “φύγει”, και δε νιώθει αγάπη για την κοινωνία του “άγριου καπιταλισμού”.

“Πιθανόν το όριο της αγάπης μου να έχει ξεπεραστεί. Νομίζω ότι το να βρει ένας καλλιτέχνης τη θέση του σε μια κοινωνία σαν την σημερινή, είναι κάτι εξαιρετικά περίπλοκο.”


Παναγιώτης Κασίμης
(Αθήνα, 2017)